DentalLabor

  • Full Screen
  • Wide Screen
  • Narrow Screen
  • Increase font size
  • Default font size
  • Decrease font size
Greek Arabic Chinese (Traditional) Dutch English French German Italian Russian Swedish

Η Θεωρία της Σύγκλεισης. Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Πελ. Λομβαρδά «ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΛΕΙΣΗΣ»

E-mail Εκτύπωση PDF

Η Θεωρία της σύγκλεισης

Αξιολογώντας τις αδυναμίες, που εκφράζονται με την ασυνέπεια στις θεωρητικές μας θέσεις και με τα κενά που υπάρχουν μεταξύ θεωρίας και πράξης, το συμπέρασμα είναι, ότι εκείνο που λείπει από την Οδοντιατρική σκέψη σήμερα είναι μια ολοκληρωμένη θεωρία για τη σύγκλειση. Χρειαζόμαστε μια θεωρία για την σύγκλειση που να βασίζεται στα επιστημονικά δεδομένα και κατακτημένα, μια θεωρία που να αποτελεί ταυτόχρονα εργαλείο-κλειδί που θα καθοδηγεί επιστημονικά και τον κλινικό στην καθημερινή του πρακτική και το φοιτητή, στην αναζήτηση της μάθησης, και τον ερευνητή, Πανεπιστημιακό δάσκαλο, στην αναζήτηση καινούργιων γνώσεων και κατακτήσεων.

Πολλοί βέβαια, φοιτητές, κλινικοί και Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, θα αναρωτηθούν ποια είναι η θέση της θεωρίας σε μια εφαρμοσμένη επιστήμη όπως είναι η Οδοντιατρική, γιατί έχει λεχθεί κι' αυτό. Άλλο η θεωρία, λένε, και άλλο η πράξη. Γι' αυτούς θα μπορούσε να λεχθεί ότι η θεωρία όχι μόνο έχει μια διαλεκτική σχέση με την πρακτική, αλλά εμπεριέχει και την δική της πρακτική, την πράξη μέσα στη θεωρία, και διευκολύνει τη συζήτηση, την αναζήτηση, τη μελέτη, την ανάλυση και τη σύνθεση της αλήθειας και του επιστημονικού γίγνεσθαι.

Η θεωρία δεν είναι τίποτε άλλο από την επιστημονική σκέψη που έχει φθάσει σε επίπεδο ωρίμανσης, και η οποία συνδέει διαφορετικές εμπειρίες που βγαίνουν από την προσεκτική παρατήρηση, το πείραμα και την επιδημιολογική έρευνα. Αυτά, που συχνά φαίνονται ολότελα ξένα μεταξύ τους, άσχετα το ένα από το άλλο και ασύνδετα. Ο επιστήμονας όμως, ο μεγάλος ντέντεκτιβ, ο Σέρλοκ Χόλμς των μυστηρίων της φύσης, μπορεί συχνά, αποκλειστικά με την καθαρή σκέψη, να αποκαλύψει τις σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στα στοιχεία που μάζεψε. Η θεωρία λοιπόν αποτελεί τη λύση των μυστηρίων της φύσης. Όταν έχουμε λύσει το μυστήριο, όταν έχουμε στα χέρια μας τη θεωρία, και ξέρουμε προς τα πού πρέπει να προσανατολίσουμε την πρακτική μας και τις έρευνες μας τότε μπορούμε να συλλέξουμε νέα στοιχεία που θα ενισχύσουν τη θεωρία μας.

Η θεωρία βγαίνει πάντα από μια ανάγκη και ο σκοπός της είναι να αποκαλύψει τους θεμελιώδεις νόμους που κυβερνάνε τη συμπεριφορά της ύλης και της ενέργειας και να τους χρησιμοποιήσει μέσα στην πράξη, στον αγώνα για τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής του ανθρώπου. Αν δεν επιτύχει τους δύο αυτούς αντικειμενικούς στόχους τότε μένει απλώς «θεωρία» με εισαγωγικά.

Η ειδική θεωρία της σχετικότητας που δημοσιεύτηκε από τον Einstein το 1905 γεννήθηκε από την ανάγκη να συμβιβαστούν οι αντιθέσεις ανάμεσα στην κίνηση των υλικών σωμάτων και στη διάδοση των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων. Στα ογδόντα πέντε χρόνια που πέρασαν από τότε ούτε ένα πείραμα δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει τις ακριβείς προβλέψεις της.

Η υποτίμηση της θεωρίας της σύγκλεισης, που εκφράζεται άμεσα με την άρνηση της μελέτης της από πολλούς κλινικούς και Πανεπιστημιακούς δασκάλους και ερευνητές, οδηγεί στην ασυνέπεια στις θεωρητικές θέσεις και στα κενά, μεταξύ θεωρίας και πρακτικής, για τα οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Αλλά όποιος θέλει να σκαρφαλώσει στην κορυφή της επιστήμης πρέπει να ξέρει ότι δεν μπορεί να το πετύχει χωρίς θεωρητική σκέψη. Όποιος υποτιμά τη θεωρία της σύγκλεισης και τη διαλεκτική της αυτοτιμωρείται με το να μην είναι σε θέση να καταλάβει τι γίνεται μέσα στο στόμα του ασθενή του και να μη μπορεί να εξηγήσει την αποτυχία κάθε θεραπευτικής αγωγής που φαινομενικά φαίνεται σωστή. Το κύριο βέβαια με την θεωρία δεν είναι αν είναι δύσκολη ή εύκολη αλλά σε ποιο βαθμό δένεται με την πράξη, σε ποιο βαθμό βοηθά τον φοιτητή να κατανοήσει κατακτημένες γνώσεις της Οδοντιατρικής και σε ποια έκταση μπορεί να καθοδηγήσει τον ερευνητή στην αναζήτηση της καινούργιας γνώσης.

Η θεωρία της σύγκλεισης σήμερα υπάρχει. Δεν είναι οπωσδήποτε το αποτέλεσμα της επιφοίτησης κάποιου μεγάλου μυαλού ή κάποιας «αποκάλυψης» από μεταφυσικές δυνάμεις. Αντίθετα, αποτελεί τον καρπό μιας μακροχρόνιας και συνεχιζόμενης αναζήτησης, μελέτης, έρευνας, πειραματισμών, ανάλυσης και σύνθεσης από μια μεγάλη σειρά κλινικών και ερευνητών της Οδοντιατρικής, μεταξύ των οποίων τα πιο γνωστά ονόματα που συνδέονται μ' αυτή είναι των Sicher και Dubrul, των Sarnat, Ramfjord, Ash, Pankey, Mann, Schuyler, Fillastre, Thomas, Guichte, Lauritzen, Long, Billy, Dawson, Maham, Gibs, Okesson, Mongini και άλλων, των οποίων η μη αναφορά δεν σημαίνει με κανένα τρόπο μικρότερη συνεισφορά τους.

Αυτή είναι η ιστορία της ανθρώπινης γνώσης. Τίποτα δεν ανακαλύφθηκε μοναχό του και καμιά γνώση δεν αποκαλύφθηκε στη ολοκληρωμένη και τελική της μορφή. Κάθε ανθρώπινη γνώση ξεκίνησε πάντοτε από τα κατώτερα επίπεδα για να εξελιχθεί σταδιακά σε ανώτερα πλάνα. Στην ανοδική της αυτή πορεία χρειάστηκε και κόπους και προσπάθειες πολλές και χρόνο μεγάλο. Ο άνθρωπος από 100.000 χρόνια περίπου ανακάλυψε ότι με την τριβή μπορούσε ν' ανάψει φωτιά. Πόσες χιλιετηρίδες όμως χρειάστηκαν μέχρις ότου (1842) οι Μάγιερ, Τζάουλ και Κόντινγκ να διατυπώσουν τη γενική κρίση ότι, κάθε μηχανική κίνηση μπορεί να μετατραπεί σε θερμότητα μέσω της τριβής.

Η θεωρία της σύγκλεισης δεν είναι σήμερα μια συλλογή από έτοιμες δογματικές θέσεις, που αφού ανακαλύφθηκαν δε μένει πια παρά να τις μάθουμε απ' έξω. Η αλήθεια για τη θεωρία της σύγκλεισης βρίσκεται στην ίδια τη διαδικασία της εξέλιξής της, που από κατώτερες βαθμίδες της γνώσης ανεβαίνει διαρκώς σε ανώτερες.

Αυτά που έχουν γραφεί μέχρι τώρα για τη σύγκλειση μπορεί να μην είναι όλα σωστά, και πολλά απ' αυτά να έχουν αναθεωρηθεί, αλλά είναι βέβαιο ότι όλα αποτελούν θετικές στιγμές ενός συνεχούς συνόλου. Ας μη ξεχνάμε ότι «για να ανακαλύψουμε την αλήθεια είναι ανάγκη να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο της πλάνης». Πολλά από τα προηγούμενα ξεπερνιούνται συχνά μέσα από τις αντιθέσεις τους αλλά μόνο έτσι δημιουργείται η τελευταία θέση στη θεωρία, η οποία, κατά κανόνα, είναι πιο συγκεκριμένη και πιο βαθιά. Μπορεί να λεχθεί ότι η θεωρία της σύγκλεισης δεν είναι ακόμα τελειωμένη τελεσίδικα. Έχουν μπει όμως τα θεμέλιά της, οι ακρογωνιαίοι της λίθοι, και είναι ολοκληρωμένη στο βαθμό που να δίνει απαντήσεις σε πολλά προβλήματα που σχετίζονται μ' αυτή, και να παρέχει καθοδηγητικές θέσεις για την παραπέρα ανάπτυξή της.

Το στοματογναθικό σύστημα σε μια υπεραπλουστευμένη μορφή αποτελείται από την κροταφογναθική διάρθρωση, από τους μύες και από τα δόντια.

Η κροταφογναθική διάρθρωση είναι μια μοναδική άρθρωση που δεν συναντάτε πουθενά αλλού στο ανθρώπινο σώμα. Τη μοναδικότητά της, που τη ξεχωρίζει από τις άλλες αρθρώσεις, την οφείλει σε τρία βασικά χαρακτηριστικά.

Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι ότι δεν αποτελείται από υαλοειδή χόνδρο, όπως όλες οι άλλες αρθρώσεις του ανθρώπινου σώματος, αλλά από ιστό κατώτερης διαφοροποίησης, ινώδη χόνδρο δηλαδή και ινώδη συνδετικό ιστό. Αυτό της εξασφαλίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις διάφορες καταπονήσεις και ταχύτερη και ανετότερη επούλωση και αποκατάσταση από τους διάφορους τραυματισμούς που υφίστανται οι επιφάνειές της.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι συνδέει τα δύο άκρα ενός κινητού οστού, της κάτω γνάθου, με τη σταθερή βάση του κρανίου (δίδυμη άρθρωση).

Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι ότι ορισμένες σχέσεις επαφής των βασικών της στοιχείων (κόνδυλος και αρθρική επιφάνεια του κροταφικού) ελέγχονται και καθορίζονται από τις σχέσεις επαφής των δοντιών (σύγκλειση). Ευνόητο ότι, όταν μεταβάλλονται οι σχέσεις επαφής των δοντιών μεταβάλλονται και οι σχέσεις επαφής κονδύλου προς αρθρική επιφάνεια του κροταφικού.
Το σχήμα του κονδύλου μοιάζει με σφαίρα που κινείται με περιστροφή και ολίσθηση στις αρθρικές επιφάνειες του κροταφικού. Οι τελευταίες παρομοιάζονται συχνά με εσωτερική κορυφή τριγώνου, αλλά μπορεί ακόμη να παρομοιασθεί με θόλο. Είναι ευνόητο ότι, όταν ο κόνδυλος πιέζεται προς τα πάνω, μετακινείται και πηγαίνει στην πιο πάνω θέση, του τρίγωνου ή του θόλου, γιατί εκεί βρίσκει τη μεγαλύτερη ευστάθεια και ισορροπία.
Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι, όταν ο κόνδυλος βρίσκεται στην κορυφή (στην πιο πάνω θέση) της κροταφικής γλήνης δεν μπορεί να μετακινηθεί προς τα εμπρός ή προς τα πίσω εάν δεν έρθει συγχρόνως και προς τα κάτω. Αυτό δεν είναι κανένα θεωρητικό σχήμα αλλά μια πραγματικότητα που είναι αποτέλεσμα του ανατομικού σχήματος της άρθρωσης. Η κροταφογναθική διάρθρωση δεν έχει δική της λειτουργικότητα. Είναι ένα παθητικό στοιχείο του σ.σ. Για να λειτουργήσει και να κινηθούν τα στοιχεία της χρειάζεται να λειτουργήσουν οι μύες του σ.σ. Οι μύες αποτελούν την κινητήρια δύναμη και την πηγή της λειτουργικότητας του σ.σ. Ανάλογα με τη λειτουργία τους, τους διακρίνουμε σε ανασπώντες, σε κατασπώντες, σε οπισθολισθένοντες και σε προσθιολισθένοντες. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε την έκφυση και κατάφυσή τους, την τοπογραφική τους θέση και την διεύθυνσή τους στο χώρο.
Σημασία επίσης έχει η σαφής γνώση της λειτουργίας του έξω πτερυγοειδή. Στη λειτουργία του μυ αυτού έχω αναφερθεί επανειλημμένα σε εισηγήσεις μου σε συνέδρια, σε βαθμό μάλιστα υπερβολικό, όπως ισχυρίσθηκαν ορισμένοι συνάδελφοι. Στη λειτουργία του έξω πτερυγοειδή θα επανέρχομαι ακόμη συχνά στο βιβλίο αυτό γιατί πιστεύω ότι αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση της λειτουργίας αλλά και της δυσλειτουργίας του σ.σ.
Σύμφωνα με τις νεότερες απόψεις της φυσιολογίας του σ.σ. και της ερευνητικής εργασίας του Maham και των συνεργατών του οι δυο μοίρες του έξω πτερυγοειδή (άνω και κάτω) αποτελούν ουσιαστικά δυο ανεξάρτητους μύες που καθένας απ' αυτούς παρουσιάζει διαφορετική λειτουργικότητα. Η άνω μοίρα που καταφύεται στα πρόσθια όρια του διάρθριου δίσκου έχει μοναδική και αποκλειστική αποστολή να έλκει και να ισορροπεί τον διάρθριο δίσκο. Η κάτω μοίρα, που καταφύεται στο πτερυγοειδές βοθρίο του αυχένα του κονδύλου, όταν συστέλλεται αμφίπλευρα φέρνει τη γνάθο μπροστά ενώ όταν συστέλλεται μονόπλευρα φέρνει τη γνάθο πλάγια.
Περισσότερα για τους μύες και για το ρόλο που παίζουν στη αδιατάρακτη λειτουργία του σ.σ. αναφέρω στην «Προσθετική». Το συμπέρασμα από αυτή την αναφορά, που αποτελεί και αξίωμα για τη φυσιολογία του σ.σ., είναι ότι η ισορροπημένη και αρμονική μυϊκή λειτουργία είναι η βάση της αρμονικής λειτουργίας του σ.σ. Η αρμονική τώρα λειτουργία των μυών οφείλεται στον συγχρονισμό διάρκειας και έντασης της λειτουργίας τους. Όταν δηλαδή ένας μυς συστέλλεται ο ανταγωνιστής του πρέπει να χαλαρώνει και τανάπαλι. Αυτό το αξίωμα είναι πολύ σημαντικό και πρέπει να κατανοηθεί και να εκτιμηθεί σωστά τόσο από τους φοιτητές και κλινικούς όσο και από τους Πανεπιστημιακούς δασκάλους και ερευνητές.

Το τρίτο στοιχείο του σ.σ. είναι τα δόντια. Αυτά τόσο από κληρονομική καταβολή όσο και από τη δράση περιβαλλοντικών παραγόντων παίρνουν μια θέση στο σ.σ. και διαμορφώνουν τη σύγκλειση. Η θέση αυτή που παίρνουν τα δόντια είναι καθοριστική για την αρμονία η οποία είναι απαραίτητη για τη σωστή, και χωρίς στρες, λειτουργία του σ.σ.

Η αρμονία, όπως ανέφερα στην «Προσθετική», στηρίζεται στον παγκόσμιο νόμο της ισορροπίας που κι' αυτή πάλι στηρίζεται στο γεγονός ότι σε κάθε δράση υπάρχει πάντα μια ίση αντίδραση. Η φιλοσοφική αυτή θέση, όπως και η φιλοσοφική κατανόηση του πρώτου και του δεύτερου νόμου της θερμοδυναμικής, αποτελεί προϋπόθεση για την κατανόηση της σωστής λειτουργίας του σ.σ. αλλά και κάθε εκτροπής απ' αυτή. Απαραίτητη επίσης θεωρείται η βαθειά ανατομική γνώση του σ.σ.

Το τελευταίο δεν είναι βέβαια μόνο άρθρωση, μύες και δόντια. Το σ.σ. είναι κάτι παραπάνω από όλα αυτά. Η εικόνα που σχηματίζεται από τις μικρές κουκίδες σε μια φωτογραφία δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή αν παρατηρήσουμε μια τις κουκίδες, αλλά μόνο αν τις κοιτάξουμε όλες μαζί σε ένα ανώτερο επίπεδο δομής. «Το σύνολο είναι συχνά κάτι παραπάνω από το άθροισμα των μερών του». Έτσι και το σ.σ. δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε και να το κατακτήσουμε αποτελεσματικά αν το δούμε μόνο μέσα από την ανάλυση κάθε του στοιχείου χωριστά.

Για να κατανοήσουμε το σ.σ. χρειάζεται συστηματική προσέγγιση. Η προσέγγιση αυτή δεν ενδιαφέρεται για τα ατομικά χαρακτηριστικά κάθε μεμονωμένου στοιχείου του σ.σ. αλλά τα εξετάζει στο σύνολό τους αφού όλα αποτελούν μέρη ενός ευρύτερου συνόλου. Μαζί λοιπόν με την ανάλυση θα πρέπει να μελετάμε το σ.σ. και συνθετικά, ολιστικά, στο σύνολό του και στη λειτουργία του.
Για την κατανόηση του αξιώματος που αναφέρθηκε παραπάνω και λέει ότι όταν ένας μυς συστέλλεται ο ανταγωνιστής του πρέπει να χαλαρώνει, ας δούμε ένα παράδειγμα κα ας παρακολουθήσουμε τη λειτουργία των μυών στο αντανακλαστικό της κατάποσης σε ένα βρέφος, στο οποίο δεν έχουν ακόμα ανατείλει τα δοντάκια του. Είναι προφανές ότι για να λειτουργήσει το αντανακλαστικό της κατάποσης θα πρέπει πρώτα πρώτα να ακινητοποιηθεί η κάτω γνάθος. Η ακινητοποίηση αυτή επιτυγχάνεται αποκλειστικά και μόνο με την ισόρροπη και ισοδύναμη συστολή των ανασπώντων μυών της δεξιάς και της αριστερής πλευράς.

Με την ισόρροπη συστολή των ανασπώντων η γνάθος έλκεται προς τα πάνω και οι κόνδυλοι γλιστρούν στην επικλινή επιφάνεια του αρθρικού φύματος (παρ' όλο ότι η άρθρωση δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί παρουσιάζει τα βασικά ανατομικά χαρακτηριστικά της άρθρωσης του ενήλικα) και έρχονται προς τα πάνω μέχρι να ακινητοποιηθούν στη πιο πάνω θέση της κροταφικής γλήνης (κεντρική σχέση), εκεί που θα φρενάρουν στις ανάλογες οστικές περιοχές του κροταφικού. Μπροστά, επειδή δεν υπάρχουν ακόμα δόντια, η ακινητοποίηση γίνεται με στήριξη της γλώσσας του βρέφους.

Στο αντανακλαστικό αυτό της κατάποσης κανένας άλλος από τους μασητήριους μύες δεν λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τους ανασπώντες, ούτε υπάρχει ανάγκη να λειτουργήσει. Οι κόνδυλοι έρχονται στην πιο πάνω θέση (κεντρική σχέση) μόνο με τη συστολή των ανασπώντων. Ούτε η οριζόντια μοίρα του κροταφίτη χρειάζεται να λειτουργήσει ανταγωνιστικά, ούτε η κάτω μοίρα του έξω πτερυγοειδή. Ο μοναδικός μυς, εκτός από τους ανασπώντες, που συστέλλεται κατά την κατάποση είναι η άνω μοίρα του έξω πτερυγοειδή, αλλά κι' αυτός δε συστέλλεται ανταγωνιστικά προς τους ανασπώντες. Η άνω μοίρα του έξω πτερυγοειδή συστέλλεται, όχι για να φέρει τον κόνδυλο λίγο πιο μπροστά από την κεντρική σχέση, αλλά για να ισορροπήσει τον διάρθριο δίσκο ο οποίος έλκεται συνεχώς προς τα πίσω από τις ελαστικές ίνες που συνδέουν τα πίσω όρια του με τα πίσω όρια της κροταφικής αρθρικής επιφάνειας.
Ας δούμε όμως τι γίνεται με το αντανακλαστικό της κατάποσης στη νηπιακή ηλικία, όταν αρχίσει και συμπληρωθεί η οδοντοφυΐα των νεογιλών. Τα δόντια λοιπόν από κληρονομική καταβολή, έχουν τέτοιο σχήμα και μέγεθος ώστε τους δίδεται η δυνατότητα να τακτοποιηθούν σε σειρά και να σχηματίσουν το άνω και κάτω οδοντικό τόξο και να διαμορφώσουν σύγκλειση που να μη παρεμβάλετε στο αντανακλαστικό της κατάποσης και να μη μεταβάλουν τις προηγούμενες σχέσεις των στοιχείων της άρθρωσης και των μυών. Η διευθέτηση των δοντιών είναι τόσο τέλεια που δημιουργεί σύγκλειση μέγιστων επαφών, η οποία ταυτίζεται με την κεντρική σχέση. Η σύγκλειση των δοντιών αντικαθιστά βέβαια τη γλωσσική στήριξη της γνάθου. Η ακινητοποίηση της γνάθου, που εξασφαλίζεται με τριποδική στήριξη, επιτυγχάνεται με τη συστολή των ανασπώντων και με στήριξη των δύο κονδύλων πίσω, στη κεντρική σχέση, και με την οδοντική στήριξη μπροστά, η οποία γίνεται στη σύγκλειση των μέγιστων επαφών.

Η στήριξη των κονδύλων στην κεντρική σχέση, στην πιο πάνω θέση δηλαδή, γίνεται γιατί η θέση αυτή είναι η μόνη σταθερή θέση των κονδύλων στην κροταφική γλήνη. Κάθε άλλη θέση των κονδύλων στην επικλινή επιφάνεια του αρθρικού φύματος είναι θέση αστάθειας, θέση ανισορροπίας, από την οποία οι κόνδυλοι τείνουν να ολισθήσουν με κάθε ισοτονική συστολή των ανασπώντων. Πρέπει βέβαια εδώ να διερωτηθούμε ποια είναι αυτή η δύναμη που καθοδηγεί τα δόντια σε τόση τελειότητα ώστε να παίρνουν τελικά αυτές τις ακριβείς θέσεις και να δημιουργούν τόσο τέλεια σύγκλειση η οποία δεν παρεμβάλλεται στην κεντρική σχέση και στους μύες. Η κληρονομικότητα τους δίδει οπωσδήποτε το σχήμα, το μέγεθος, τη χρονολογική σειρά ανατολής και την αξονική κίνηση κατά την οδοντοφυΐα. Η τελευταία όμως δεν έχει ούτε ακρίβεια ούτε είναι αυστηρά καθορισμένη ώστε να οδηγεί κάθε δόντι στην ακριβή του θέση.

Αυτό που καθοδηγεί τα δόντια στην τελευταία φάση της ανατολής τους και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο για την τελική τους θέση στο φραγμό είναι οι δυνάμεις που ασκούνται από τους μύες του σ.σ. (από τους μασητήριους, τους μιμητικούς και τους μύες της γλώσσας). Οι δυνάμεις αυτές, εξουδετερωμένες αμοιβαίως, πιέζουν τα δόντια και τα αναγκάζουν να κινούνται πάντα μέσα στην ουδέτερη ζώνη στην οποία οι δυνάμεις αυτές μηδενίζονται. Αν ένα δόντι π.χ. ανατείλει με γλωσσική κλίση, τότε η πίεση από τους μύες της γλώσσας το σπρώχνει παρειακά ή χειλικά μέχρι να ισορροπήσει στη νέα του θέση. Το ίδιο, αλλά με αντίστροφη έννοια, γίνεται όταν το δόντι ανατείλει με προστομιακή κλίση. Εδώ οι δυνάμεις που ασκούνται από τον βυκανίτη, και από τον σφιγκτήρα του στόματος αναγκάζουν το δόντι να μετακινηθεί προς τα πίσω ή προς τα μέσα, στη θέση δηλαδή που οι μυϊκές αυτές δυνάμεις εξουδετερώνονται από τις δυνάμεις που ασκούνται από τους μύες της γλώσσας.

Καλό είναι να θυμόμαστε επίσης ότι οι δυνάμεις οι οποίες ασκούνται από τους μύες του σ.σ. και ελέγχουν την γλωσσοχειλική απόκλιση των μπροστινών δοντιών προκαθορίζουν ταυτόχρονα τον πρόσθιο οδηγό. Αυτός πάλι, με τη σειρά του, δρώντας προστατευτικά πάνω στο περιοδόντιο με το μυοτατικό αντανακλαστικό αυτοπροστασίας που αρχίζει να δημιουργείται με τις πρώτες οδοντικές επαφές, μετά την ανατολή των δοντιών, ελέγχει τη μυϊκή λειτουργία και το περίγραμμα λειτουργίας της γνάθου.

Τον τελευταίο βέβαια λόγο για την τελική θέση ισορροπίας των δοντιών έχουν πάντοτε οι συνιστώσες των συγκλεισιακών δυνάμεων οι οποίες ασκούνται στα επικλινή επίπεδα των φυμάτων. Οι δυνάμεις αυτές, που αρχίζουν να δρουν με τις πρώτες συγκλεισιακές επαφές των δοντιών, μετατοπίζουν λίγο-πολύ τα δόντια (εμπρός-πίσω ή μέσα-έξω) μέχρι να μεταβάλουν την ασταθή θέση τους σε σταθερή θέση ισορροπίας η οποία εκφράζεται με την καλή συγγόμφωση των δοντιών.
Στην περίοδο της μεικτής οδοντοφυΐας η καθορισμένη με την κληρονομικότητα χρονολογική σειρά απόπτωσης των νεογιλών και ανατολής των μόνιμων δοντιών συμβάλλει, συχνά αποφασιστικά, όταν οι κληρονομικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες δράσουν ευνοϊκά, να διατηρηθούν οι ιδανικές αυτές σχέσεις και της σύγκλεισης των μόνιμων δοντιών με την άρθρωση και τους μύες. Στις περιπτώσεις αυτές η σύγκλειση των μέγιστων επαφών συμπίπτει με την κεντρική σχέση της γνάθου.

Η γνάθος εδώ, κατά το αντανακλαστικό της κατάποσης, ακινητοποιείται με οδοντική στήριξη μπροστά σε σύγκλειση μέγιστων επαφών και πίσω με στήριξη των κονδύλων στην πιο σταθερή θέση της κροταφικής γλήνης, στην πιο πάνω θέση δηλαδή που είναι η κεντρική σχέση, με μοναδική συστολή των ανασπώντων και χωρίς καμιά ανταγωνιστική ενέργεια άλλων μυών. Αυτό είναι μια συνθήκη που εξασφαλίζει, κατά κανόνα, τη χαλάρωση και την αρμονική λειτουργία των μυών του σ.σ. Λέμε δε κατά κανόνα γιατί μπορεί να έχουμε σύμπτωση μέγιστων επαφών με την κεντρική σχέση αλλά να υπάρχουν πρόωρες επαφές στην πλαγιολίσθηση ή στην προσθιολίσθηση οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν στον ίδιο βαθμό παραλειτουργικά φαινόμενα, υπερλειτουργία και σπασμό στους μύες. Ακόμα η διαταραχή στη μυϊκή λειτουργία μπορεί να προκληθεί σπάνια ή από τραύμα και φλεγμονή στην άρθρωση ή από βλάβη που εντοπίζεται, αποκλειστικά, στους μύες.

Η λειτουργική αρμονία και η χαλάρωση στους μύες από τη μια μεριά, και η απουσία παραλειτουργικών φαινόμενων και σπασμού των μυών από την άλλη, δεν είναι κανένα θεωρητικό σχήμα χωρίς αντίκρισμα αλλά μια πραγματικότητα που διαπιστώνεται τόσο με την ηλεκτρομυογραφική διερεύνηση των μυών του σ.σ. όσο και με την πρακτική της κλινικής εξέτασης (ψηλάφηση μυών για ευαισθησία και αμφίπλευρη καθοδήγηση της γνάθου στην κεντρική σχέση). Όταν έχουμε σύμπτωση σύγκλεισης μέγιστων επαφών με την κεντρική σχέση και απουσία πρόωρων επαφών στην πλαγιολίσθηση και προσθιολίσθηση δεν βγαίνει ποτέ θετική η δοκιμασία ψηλάφησης των μυών και η αμφίπλευρη καθοδήγηση της γνάθου εκτελείται άνετα χωρίς να διαπιστώνεται ποτέ μυϊκός σπασμός. Οι μύες είναι χαλαροί και μαλακοί στην ψηλάφηση. Όταν υπάρχει δυσαρμονία σύγκλεισης και κεντρικής σχέσης διαπιστώνεται συνήθως παραλειτουργία και δυσλειτουργία, μυϊκό σφίξιμο και σκληρότητα των μυών.

Η διαμόρφωση βέβαια του σ.σ. δεν εξελίσσεται πάντοτε τόσο αρμονικά. Περιβαλλοντικοί κυρίως παράγοντες, που δρουν κατά τη περίοδο της μεικτής οδοντοφυΐας ή μετά τη τελείωση της μόνιμης, ανατρέπουν συχνά την καθορισμένη από την κληρονομικότητα ανατομική αρμονία των βασικών στοιχείων του σ.σ. με αποτέλεσμα να ανατρέπεται στη συνέχεια και η λειτουργική αρμονία.
Για να κατανοήσουμε την έννοια της δράσης του περιβαλλοντικού παράγοντα ας μελετήσουμε ένα κοριτσάκι που στην περίοδο της μεικτής οδοντοφυΐας εξακολουθούσε τη συνήθεια του πιπιλίσματος του αντίχειρα. Το αποτέλεσμα, εκτός από τη χειλική απόκλιση των μπροστινών δοντιών, ήταν και η υπερώια μετακίνηση των πίσω δοντιών της άνω γνάθου. Δημιουργήθηκε, έτσι πρόωρη επαφή που εμπόδιζε τη σύγκλειση των δοντιών. Χάθηκε η άνεση στη σύγκλειση με επακόλουθο να κινητοποιηθεί ο έξω πτερυγοειδής και να φέρει τη γνάθο πλάγια έτσι που να εξασφαλισθούν ανετότερες οδοντικές επαφές κατά τη μάσηση και κατά το αντανακλαστικό της κατάποσης. Η «ανετότερη» όμως αυτή σύγκλειση, πέρα από τη συνθήκη της σταυροειδούς σύγκλεισης που εγκατέστησε δεξιά, διατάραξε άμεσα τις σχέσεις επαφής του κονδύλου προς το κροταφικό (έφυγαν οι κόνδυλοι από τη κεντρική σχέση) και ανάγκασε τον έξω πτερυγοειδή να κάνει έργο που σε συνθήκες αρμονικής σύγκλεισης δεν ήταν αναγκαίο. Αυτά για τα άμεσα αποτελέσματα. Για τα έμμεσα και μακροχρόνια θα αναφερθούμε αργότερα. Η θεραπευτική αντιμετώπιση στην περίπτωση αυτή περιορίστηκε στη διακοπή της συνήθειας του πιπιλίσματος του αντίχειρα και στην ορθοδοντική διόρθωση της σταυροειδούς σύγκλεισης δεξιά. Και τα δύο έγιναν με τοποθέτηση υπερώιας πλάκας που έφερε εξελίκτρα, και μπροστά, κατά την αρχική φάση της θεραπείας, συρμάτινες προεκβολές που εμπόδιζαν την τοποθέτηση του αντίχειρα. Με τη θεραπεία αυτή δημιουργήθηκε μια καινούργια σύγκλειση μέγιστων επαφών που συνέπιπτε απόλυτα με την κεντρική σχέση.

Από το παράδειγμα της περίπτωσης αυτής μπορεί να λεχθεί πρώτον, ότι εάν, κατά τη περίοδο της ανάπτυξης του σ.σ., επιδράσει ένας περιβαλλοντικός παράγοντας με αποφασιστική σημασία η ισορροπία στη σύγκλειση διαταράσσεται και δεύτερον ότι, εάν ο περιβαλλοντικός αυτός παράγοντας εξουδετερωθεί έγκαιρα και αποτελεσματικά η ισορροπία της σύγκλεισης αποκαθίσταται πάλι άνετα.

Το πιο συνηθισμένο αίτιο που διαταράσσει την ανατομική αρμονία της σύγκλεισης, κατά τη περίοδο της μεικτής οδοντοφυΐας, είναι η τερηδόνα και η προκαλούμενη απ' αυτή, πρόωρη απώλεια των νεογιλών. Και η τερηδόνα των όμορων επιφανειών και οι πρόωρες εξαγωγές των νεογιλών, δίδουν την ελευθερία στα πίσω δόντια να μετακινηθούν λίγο προς τα εμπρός, με αποτέλεσμα να αλλάξουν οι συνθήκες της σύγκλεισης και να εγκατασταθεί η δυσαρμονία της σύγκλεισης των μέγιστων επαφών με την κεντρική σχέση.

Το ίδιο συμβαίνει και μετά την τελείωση της μόνιμης οδοντοφυΐας. Μια τερηδόνα στις όμορες επιφάνειες ή μια απώλεια ενός δοντιού, του πρώτου μόνιμου γομφίου π.χ. που είναι συνηθισμένο φαινόμενο, επιτρέπει στα παρακείμενα δόντια να μετακινηθούν σε νέες θέσεις. Η μετακίνηση όμως των δοντιών και η νέα τους θέση δημιουργούν πρόωρες επαφές που εμποδίζουν τη σύγκλειση στην κεντρική σχέση. Η γνάθος έτσι αναζητά μια καινούργια θέση για ανετότερες οδοντικές επαφές, καταστρέφεται η ανατομική ισορροπία και αρμονία και δημιουργείται μια νέα σύγκλειση που δε συμπίπτει με την κεντρική σχέση των γνάθων, με την πιο πάνω θέση των κονδύλων στην κροταφική γλήνη. Η νέα θέση των κονδύλων στην καινούργια σύγκλειση μέγιστων επαφών βρίσκεται κατά κανόνα πιο μπροστά και πιο
κάτω από την κεντρική σχέση.

Στην πρόκληση της συγκλεισιακής δυσαρμονίας φαίνεται ότι παίζουν σημαντικό ρόλο και οι σωφρονιστήρες. Τα δόντια αυτά, μετά την αύξηση του εγκεφαλικού κρανίου και τη σμίκρυνση του σπλαχνικού που συνέβη κάποια στιγμή στον άνθρωπο, αντιμετώπισαν πρόβλημα χώρου με αποτέλεσμα να αδυνατούν να ανατείλουν σε μεγάλο ποσοστό. Η παγίδευσή τους, έξω από το χώρο της φατνιακής απόφυσης, πιθανόν να δημιουργεί πιέσεις και ασύμμετρες μετακινήσεις στον υπόλοιπο οδοντικό φραγμό. Τη μεγαλύτερη μετακίνηση φαίνεται ότι την υφίστανται τα δόντια της κάτω γνάθου γιατί ο σωφρονιστήρας εδώ, παγιδευμένος μεταξύ φατνιακής απόφυσης και κλάδου, έχει οστική αντιστήριξη με αποτέλεσμα να μπορεί να πιέζει τα άλλα δόντια. Φαίνεται ότι δε συμβαίνει το ίδιο με τον σωφρονιστήρα της άνω γνάθου, ο οποίος στερούμενος οστικής αντιστήριξης, μπορεί να μετακινείται προς τα πίσω, πέρα από τα όρια της φατνιακής απόφυσης, χωρίς να σπρώχνει τα δόντια που βρίσκονται μπροστά απ' αυτόν.

Με την μετακίνηση των δοντιών της κάτω γνάθου προς τα εμπρός καταστρέφεται η ανατομική αρμονία μέγιστων επαφών και κεντρικής σχέσης. Στην περίπτωση αυτή για να διατηρηθεί η σύγκλειση των μέγιστων επαφών πρέπει κανονικά να μετακινηθεί ο κόνδυλος προς τα πίσω. Αυτό όμως δε γίνεται γιατί η μετακίνηση του κονδύλου πίσω από την κεντρική σχέση είναι επώδυνη, και γιατί εμποδίζεται ακόμη από τους ανένδοτους συνδέσμους της άρθρωσης. Έτσι αφού ο κόνδυλος δεν μπορεί να μετατοπισθεί προς τα πίσω έρχεται προς τα εμπρός για να βρεθεί μια καινούργια συνθήκη ανετότερων οδοντικών επαφών.

Η υπόθεση αυτή για τον πιθανό ρόλο των σωφρονιστήρων στην πρόκληση της συγκλεισιακής δυσαρμονίας ενισχύεται από προσωπικές μου διαπιστώσεις ότι τα ποσοστά της δυσαρμονίας αυξάνονται μετά την ηλικία των 16-18 ετών, κατά την οποία δραστηριοποιείται η ανατολή τους. Για να τεκμηριωθεί ο ρόλος αυτός απαιτείται επιδημιολογική παρεμβατική έρευνα με την οποία θα μελετηθεί ο ρόλος της πρώιμης εξαγωγής των δοντιών αυτών στα ποσοστά της δυσαρμονίας. Θεραπευτική πάντως επίδραση της εξαγωγής εγκλείστων σωφρονιστήρων στην αποκατάσταση της αρμονίας της σύγκλεισης δεν είναι δυνατή χωρίς συνακόλουθη ορθοδοντική παρέμβαση. Η διαπίστωση βγήκε από δύο προσωπικές μου περιπτώσεις εξαγωγής εγκλείστων σωφρονιστήρων σε νεαρά άτομα με συγκλεισιακή δυσαρμονία μέγιστων επαφών και κεντρικής σχέσης. Η επανεξέταση των ατόμων αυτών, δύο χρόνια μετά την εξαγωγή, δεν έδειξε καμιά ουσιαστική μεταβολή της συγκλεισιακής κατάστασης.
Επειδή η οδοντική σύγκρουση, στην πρόωρη αυτή επαφή, είναι κατά κανόνα επώδυνη και καθόλου άνετη, οι μύες, πληροφορούμενοι για την ύπαρξή της, καθοδηγούν τη γνάθο σε μια νέα πορεία με μοναδικό σκοπό να την αποφύγουν. Η εκτροπή της πορείας της γνάθου εκτελείται με τόση τελειότητα και με τόση αποτελεσματικότητα που φαίνεται σαν κάτι το τελείως φυσιολογικό. Ούτε κατά τη μάσηση ούτε κατά την κατάποση προκαλούνται οδοντικές συγκρούσεις στις πρόωρες αυτές επαφές.

Η τελειότητα αυτή κατά τη λοξοδρόμηση της γνάθου είναι το στοιχείο εκείνο που ρίχνει στάχτη στα μάτια και μας κάνει να μη μπορούμε να αντιληφθούμε τι γίνεται στη πραγματικότητα στο σ.σ. όταν υφίσταται αυτή η ανατομική δυσαρμονία.

Πάνε αρκετά χρόνια που η επιστήμη της εργονομίας έχει εισβάλλει και στο χώρο της Οδοντιατρικής και μας καθοδηγεί με τι τρόπο θα κάνουμε τη δουλειά μας καλύτερα, ταχύτερα αλλά και πιο άνετα και ξεκούραστα. Μας διδάσκει σε ποια θέση πρέπει να τοποθετούμε τον ασθενή στην οδοντιατρική έδρα, τι ύψος πρέπει να έχει το κάθισμα που καθόμαστε, από ποια θέση να εργαζόμαστε, πώς να κρατάμε τα εργαλεία μας, πώς να εργαζόμαστε με το οδοντιατρικό κάτοπτρο και πολλά άλλα με σκοπό να αυξήσουμε την παραγωγικότητά μας αλλά και να περιορίσουμε την κόπωσή μας.

Για να δούμε την αποτελεσματικότητα των μέτρων αυτών ας κάνουμε μια απλούστατη εργονομική άσκηση. Ας κλείσουμε τα μάτια μας και ας κρατήσουμε στα δύο μας χέρια το ρολόι μας προσπαθώντας να το κουρδίσουμε. Το πρώτο πράγμα που θα διαπιστώσουμε είναι ότι τα χέρια μας έρχονται αυτομάτως σε μια κεντρική θέση και σε μια κοντινή σχετικά απόσταση από το στήθος μας. Αν φέρουμε τα χέρια μας αρκετά μπροστά και σε μια πλάγια θέση θα διαπιστώσουμε ότι χάνουμε αυτομάτως το αίσθημα της άνεσης. Αυτό γιατί τα χέρια μας, όπως και τα πόδια μας, έχουν μια σχετικά ισομετρική ανατομική κατασκευή και μια αρμονική και ισορροπημένη μεταξύ τους λειτουργικότητα.

Αφού οι νόμοι της εργονομίας αφορούν τις θέσεις και τις λειτουργικές κινήσεις των μελών του ανθρώπινου σώματος γιατί να μη εφαρμόζονται και στο σ.σ.; Δεν είναι και το σ.σ. ένα τμήμα του ανθρώπινου οργανισμού με οστά, μύες και άλλα στοιχεία που εκτελεί και αυτό έργο (μάσηση, ομιλία, κατάποση), σε ταχύτερους μάλιστα συχνά ρυθμούς και σε μεγαλύτερη διάρκεια; Έχει καμιά βασική διαφορά από τα άλλα μέλη του σώματος, από τα χέρια και τα πόδια; Ναι το σ.σ. σαν οστεομυϊκός μηχανισμός έχει μια βασική και καθοριστική διαφορά από όλες τις άλλες οστεομυϊκές μονάδες του ανθρώπινου οργανισμού. Ενώ οι μύες των ποδιών στο βάδισμα και στο τρέξιμο π.χ. συστέλλονται αρμονικά και με συγχρονισμό διάρκειας, έντασης και ρυθμού, ανάλογα με τις δυνατότητές τους, τα όρια ελευθερίας των αρθρώσεων και τις ανάγκες της στιγμής, στο σ.σ. ο συγχρονισμός και η αρμονία στη λειτουργία των μυών καθίσταται συχνά απαγορευτική από την παρουσία του οδοντικού στοιχείου, από την σύγκλειση.
Η πρόωρη επαφή στην κεντρική σχέση θέτει πάντα στον ανθρώπινο οργανισμό το δίλημμα : οδοντική σύγκρουση και πόνος ή αυξημένη μυϊκή δραστηριότητα; Και ο οργανισμός διαλέγει πάντα το δεύτερο.

Ο Okesson, σχετικά με το δίλημμα αυτό, μας δίδει το εξής παράδειγμα. Υποθέστε, γράφει, κάποιον που η δουλειά του τον αναγκάζει να διασχίζει συνεχώς ένα στενό διάδρομο, από τον τοίχο του οποίου, στο ύψος του ώμου, προβάλλουν σε κάθε βήμα του ξύλινα δοκάρια που τον εμποδίζουν να βαδίζει άνετα, χωρίς να χτυπά τον ώμο του. Η εκλογή λοιπόν που έχει να κάνει κατά τη διέλευση του διαδρόμου αυτού είναι ή να χτυπά σε κάθε βήμα τον ώμο του ή να μάθει, σε κάθε βήμα, να χαμηλώνει τον ώμο του για να αποφεύγει το κτύπημα. Προτιμά βέβαια πάντοτε το δεύτερο.

Είδαμε παραπάνω ότι η μετακίνηση των δοντιών που οφείλεται σε τερηδόνα ή σε εξαγωγή κάποιου δοντιού δημιουργεί πρόωρες επαφές που αναγκάζουν τη γνάθο να έρθει πιο μπροστά και πιο κάτω από τη κεντρική σχέση για να διευκολύνει τη σύγκλειση των δοντιών σε μεγαλύτερο αριθμό επαφών.

Θεωρητικά, η πρόωρη επαφή μπορεί να οδηγήσει τη γνάθο επίσης πιο πίσω και πιο κάτω από την κεντρική σχέση. Λέμε δε θεωρητικά, γιατί η σχέση αυτή είναι τόσο επώδυνη και τόσο βασανιστική για τον ασθενή, ώστε κινητοποιεί αμέσως ένα μηχανισμό αυτοκαταστροφής της πρόωρης επαφής ή με κάταγμα του φύματος το οποίο προκαλεί την πρόωρη επαφή ή με χαλάρωση του δοντιού και με καταστροφή του περιοδοντίου που στηρίζει το δόντι. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι η οριζόντια μοίρα του κροταφίτη είναι σχετικά αδύναμος μυς και δεν μπορεί να συστέλλεται επί μακρών ανταγωνιστικά προς τους ανασπώντες για να κρατεί τη γνάθο σε μια, πιο πίσω, θέση. Ο οργανισμός εδώ μεταξύ δύο κακών προτιμά εκείνο που του είναι λιγότερο επώδυνο.

Ας δούμε όμως τι γίνεται με τους μύες όταν η γνάθος δεν έρχεται στην κεντρική σχέση αλλά πιο μπροστά και πλάγια.

Επειδή έχει λεχθεί και αυτό, σε συζήτηση εισήγησής μου στη Στοματολογική Εταιρεία Ελλάδος, ότι η γνάθος δεν έρχεται μπροστά και πλάγια γιατί καθοδηγείται από τους μύες αλλά επειδή ολισθαίνουν τα φύματα των δοντιών της κάτω γνάθου στα επικλινή επίπεδα των δοντιών της άνω γνάθου, πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι η γνάθος δεν κάνει ποτέ καμιά κίνηση χωρίς την ανάλογη συστολή μιας ορισμένης ομάδας μυϊκών ινών. Η γνάθος, η κροταφική διάρθρωση και τα δόντια είναι παθητικά όργανα και δεν μπορούν να κινηθούν μοναχά τους. Για να κινηθούν και να λειτουργήσουν χρειάζεται απαραίτητα η λειτουργία των μυών. Τα επικλινή επίπεδα και οι πρόωρες επαφές δεν κάνουν τη γνάθο να γλιστρήσει προς μια ορισμένη κατεύθυνση αλλά κινητοποιούν τους μύες για να συσταλούν και να φέρουν τη γνάθο προς την κατεύθυνση αυτή. Η αντίθετη άποψη στερείται σοβαρότητας και δεν πρέπει να λέγεται ποτέ από άτομα που γνωρίζουν τη φυσιολογία του νευρομυϊκού μηχανισμού.
Η γνάθος μπορεί να καθοδηγηθεί από τα επικλινή επίπεδα των φυμάτων μόνο στην περίπτωση που δεν λειτουργεί ο έξω πτερυγοειδής μυς. Έτσι δημιουργείται αρχικά πρόωρη επαφή στην κεντρική σχέση και μετά η γνάθος ολισθαίνει στα φύματα των άνω δοντιών για να έρθει στη σύγκλειση των μέγιστων επαφών. Το φαινόμενο αυτό το αντιμετώπισα μόνο σε δύο περιπτώσεις ατόμων που είχαν υποβληθεί σε επεμβάσεις κονδυλεκτομής. Η εκτομή του κονδύλου στις περιπτώσεις αυτές εξαφάνισε το καταφυτικό πεδίο του έξω πτερυγοειδή με αποτέλεσμα, κατά την ανάσπαση της γνάθου, να δημιουργείται πρόωρη επαφή στην κεντρική σχέση.
Ενώ λοιπόν για να έρθει η γνάθος σε σύγκλειση μέγιστων επαφών, που συμπίπτει με την κεντρική σχέση, δεν χρειάζεται παρά μόνο η συστολή των ανασπώντων μυών και η χαλάρωση των άλλων δεν συμβαίνει το ίδιο όταν η γνάθος έρχεται σε σύγκλειση μέγιστων επαφών η οποία δεν συμπίπτει με την κεντρική σχέση. Στη δεύτερη περίπτωση, κατά τον χρόνο που συστέλλονται οι ανασπώντες για να φέρουν τη γνάθο στην πιο πάνω θέση (κεντρική σχέση), αρχίζει να συστέλλεται και ο έξω πτερυγοειδής (η κάτω μοίρα του) για να εμποδίσει τη γνάθο να έρθει στην κεντρική σχέση (γιατί σ' αυτή υπάρχουν πρόωρες επαφές) και να τη συγκράτηση λίγο πιο μπροστά και πλάγια.
Έχουμε λοιπόν εδώ ένα κλασσικό παράδειγμα ανταγωνιστικής ενέργειας μυών. Που πάει όμως η περίφημη αρχή της μυϊκής αρμονίας και του μυϊκού συγχρονισμού που λέει ότι όταν ένας μυς συσπάτε ο ανταγωνιστής του πρέπει να χαλαρώνει;
Το πρώτο πράγμα που γίνεται στις περιπτώσεις αυτές είναι η υπερλειτουργία ορισμένων μυών και συγκεκριμένα εκείνων που αναγκάζονται να λειτουργούν, ενώ σε διαφορετικές συνθήκες ανατομικής αρμονίας θα έπρεπε να χαλαρώνουν. Οι μύες αυτοί δεν είναι άλλοι παρά οι έξω πτερυγοειδείς. Το γεγονός επίσης ότι, η γνάθος στη δυσαρμονία δεν έρχεται μόνο μπροστά αλλά και πλάγια, σημαίνει ότι οι έξω πτερυγοειδείς δεν υπερλειτουργούν και στις δυο πλευρές με την ίδια ένταση και τον ίδιο ρυθμό. Ακόμα, η υπερλειτουργία αυτή καθαυτή, δεν θα είχε τόση σημασία στη αποδιοργάνωση της ισορροπίας του μυϊκού στοιχείου όσο το γεγονός ότι γίνεται σε ανταγωνιστική βάση σε μια ομάδα ισχυρότατων μυών όπως είναι οι ανασπώντες.
Εδώ μια διευκρίνιση που γίνεται με υπόδειξη φοιτητή της Οδοντιατρικής. Η έννοια «ανταγωνιστική ενέργεια μυών» αναφέρεται σε ενέργεια ανταγωνιστών μυών, και ανταγωνιστές μύες στους ανασπώντες είναι φυσικά μόνο οι κατασπώντες τη γνάθο μύες και όχι οι έξω πτερυγοειδείς. Αυτό είναι λογικό. Άλλη η τοπογραφική θέση των ανασπώντων και άλλη του έξω πτερυγοειδή. Άλλη η λειτουργία των πρώτων και άλλη η λειτουργία του δεύτερου. Παρ' όλα αυτά ο έξω πτερυγοειδής μπορεί να συστέλλεται ανταγωνιστικά προς τους ανασπώντες και αυτό οφείλεται στην ύπαρξη του επικλινούς επιπέδου του αρθρικού φύματος. Όταν συστέλλεται ο έξω πτερυγοειδής και φέρνει τον κόνδυλο μπροστά τον οδηγεί ταυτόχρονα και προς τα κάτω. Αυτή η προς τα κάτω κίνηση γίνεται ανταγωνιστικά προς τους ανασπώντες, όταν υπάρχει πρόωρη επαφή που εμποδίζει τον κόνδυλο να έρθει στην κεντρική σχέση ....

Όπου σ.σ. = στοματογναθικό σύστημα

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Πελ. Λομβαρδά «ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΛΕΙΣΗΣ»

Είστε Εδώ: Ενημέρωση Άρθρα Η Θεωρία της Σύγκλεισης. Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Πελ. Λομβαρδά «ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΛΕΙΣΗΣ»

Όροι Χρήσης


Powered by: OKTO LLC - 4281 Express Lane, Suite L5907, Sarasota, FL 34238,
p: 001 941 538-6941, f: +1.8154253395, Support [at] OKTO [dot] com


Questions: Contact Info [at] DentalLab [dot] gr




 Χρυσός Οδηγός ● Τηλεφωνικός Κατάλογος ● Ταχυδρομικοί Κώδικες ● Φορολογικές Δηλώσεις ● Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών ● Πρόγραμμα Διαύγεια

Αθήνα: Κυκλοφοριακός χάρτης ● Ατμοσφαιρική Ρύπανση ● Αστικές Συγκοινωνίες ● Εφημερεύοντες Ιατροί ● Νοσοκομεία ● Φαρμακεία ● Τηλέφωνα ανάγκης Αττικής 
Θεσσαλονίκη: Εφημερεύοντες Ιατροί ● Νοσοκομεία ● Φαρμακεία ● Αστικές Συγκοινωνίες ● Τηλέφωνα ανάγκης Θεσσαλονίκης

Δρομολόγια: Ελ. Βενιζέλος Αφίξεις - Αναχωρήσεις ● Δρομολόγια Πλοίων από Πειραιά & Ραφήνα





  Web Informer Button